Σήμερα μαύρος ουρανός – Το μοιρολόι της Παναγίας
Ολόκληρο το μοιρολόι όπως το τραγουδούν στις περιοχές της Βοιωτίας, την Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ Θερμές ευχαριστίες στις οικογένειες που συμμετείχαν: α) Απόστολου και Μαρίας Κοντογεωργάκου – Δέσποινα, Μαρίνα , Ελευθερία, Αντωνία, Ελένη, Πορφύριο, Άγγελο, Επιφάνιο, Ιβάνα β) Αλέξανδρου και Άννας Νικολαίδη – Φιλοθέη γ) Αθανασίου Αρβανίτη και Ελένης Μπαιραμίδου – Αντιγόνη, Φρόσω, Νεκταρία δ) Κωνσταντίνου Χασάπη και Μαριγώς Μπούρη – Εριέτα και Τζωρτζήλια.
Στην γερόντισα Φιλαρέτη του Ιερού Ησυχαστηρίου Προφήτη Ηλία.
Εικονοληψία – μοντάζ : Νεκτάριος Σουλδάτος Ήχος: Ευάγγελος Ασπρογέρακας
Στίχοι: ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ
Σήμερα μαύρος ούρανος, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκαταραμένοι.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνο μυστικό, για να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα, καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για τον Μονογενή της.
Φωνή εξήλθε εξ ουρανού κι απ ‘ Αρχαγγέλου στόμα
Σώνουν Κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
και τον Υιόν σου πιάσανε και στου Χαλκιά τον πάνε,
σαν κλέφτη Τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε,
και στου Πιλάτου τας αυλάς εκεί Τον τυραννάνε!
Χαλκιά, Χαλκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία περόνια
κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φτιάχνει πέντε.
Εσύ Φαραέ, που τα’ φτιαξες πρέπει να μας διδάξεις.
Βάλτε τα δυο στα χέρια Του και τ ΄άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά Του,
να τρέξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά Του!
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.
Σταμνιά νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
για να της έρθει ο λόγισμος, για να της έρθει ο νους της
και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της,
ζητεί μαχαίρι να σφαχτεί, φωτιά να πάει να πέσει,
ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί, για τον Μονογενή της!
Λάβε Κυρά μου υπομονή, λάβε Κυρά μου ανέση.
Μα πώς να λάβω υπομονή, και πως να λάβω ανέση,
που έχω γυιό Μονογενή και Κείνον Σταυρωμένον
Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα,
και του Ιακώβου η αδελφή, οι τέσσερις αντάμα.
Έπιασαν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε, μπρος του ληστού την πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου,
κι η πόρτα από τον φόβο της, ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
Τηρά και δεξιότερα , βλέπει τον Άγιο Γιάννη.
Άγιε μου Γιάννη, Πρόδρομε, και Βαπτιστά του Υιού μου,
μην είδες τον Υιόκα μου, τον μεν Διδάσκαλό σου;
Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω!
Δεν έχω χεροπάλαμο για να σου Τον εδείξω!
Βλέπεις Εκείνον Τον γυμνό, Τον παραπονεμένο,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
όπου φορεί στην κεφαλή, αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος ειν΄ο Γιόκας σου, κι ο μεν Διδάσκαλός μου.
Η Παναγιά πλησίασε, γλυκά Τον ερωτούσε.
Δεν μου μιλάς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου;
Τι να σου πω μανούλα μου, που διάφορο δεν έχω
Μόνο το Μέγα Σάββατο, κοντά το μεσονύχτι,
που θα λαλήσει ο πετεινός, σημαίνουν οι καμπάνες.
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια.
Σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι,
Όποιος τ ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει,
κι όποιος το καλο-αφουγκραστεί, Παράδεισο θα λάβει.
Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο !

